
ΜΑΝΟΛΗΣ ΚΟΡΡΕΣ
Ακαδημαϊκός, Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), Διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής και Πολιτικού Μηχανικού (ΕΜΠ) και Επίτιμος Διδάκτωρ του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου (FU Berlin). Είναι Πρόεδρος της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως, Μέλος του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου της Ελλάδας, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μουσείου Ακρόπολης και συμμετέχει σε πολλές άλλες επιστημονικές επιτροπές.
Δίδαξε Αρχαία Αρχιτεκτονική, Ιστορική Τοπογραφία, Αποκατάσταση Αρχιτεκτονικών Μνημείων και συναφή αντικείμενα στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (προπτυχιακά προγράμματα, 1999–2015· μεταπτυχιακά προγράμματα, 1998–σήμερα), στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (μεταπτυχιακά προγράμματα, 2008–σήμερα), στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια (Φεβρουάριος–Απρίλιος 1993) και στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, Μπέρκλεϋ (Φεβρουάριος–Απρίλιος 1994).
Διετέλεσε Διευθυντής του έργου αποκατάστασης του Θεάτρου του Διονύσου (1980–1983) και Διευθυντής του έργου αποκατάστασης του Παρθενώνα (1983–1999).
Η έρευνά του σχετικά με τα ιστορικά μνημεία έχει επικεντρωθεί στη Μάνη, στους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας, στη Νάξο, την Πάρο, την Αμοργό, το Πύθιο (Έβρος), τον Μητροπολιτικό Ναό Καρδίτσας, το Μολύκρειο (Ναυπακτία), τις Αμύκλες, τα Τζουμέρκα, τη Ραβέννα, την Ετρουρία, την Ιερουσαλήμ και πολλές άλλες περιοχές. Έχει επίσης συμβάλει εκτενώς στη συντήρηση, τη δομική στερέωση και την αποκατάσταση πολυάριθμων μνημείων.
Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, την ιστορική τοπογραφία της Αθήνας μέσα στους αιώνες, την αρχαία αρχιτεκτονική, την προβιομηχανική οικοδομική τεχνολογία, τις βυζαντινές οχυρώσεις, την ιστορία των γεφυρών, τη λατόμηση, τη λιθοτεχνία, την τεχνολογία ανύψωσης και μεταφοράς, τα συστήματα ύδρευσης, τις μεγαλιθικές κατασκευές, τη θεωρία της αποκατάστασης και τη δομική συντήρηση ιστορικών μνημείων, μεταξύ άλλων θεμάτων.
Έχει λάβει ερευνητικές υποτροφίες και υποτροφίες σπουδών από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, το DAAD, το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο (DAI), στο Βερολίνο, το Πανεπιστήμιο Princeton και το Πρόγραμμα Fulbright.
Στις τιμητικές διακρίσεις και τα βραβεία του περιλαμβάνονται το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, το Αργυρό Μετάλλιο της Γαλλικής Ακαδημίας Αρχιτεκτονικής, ο βαθμός του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Βραβείο Alexander von Humboldt, το Χρυσό Μετάλλιο της Ακαδημίας Επιστημών της Ρώμης και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2015) για το βιβλίο του σχετικά με το Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.
Είναι συγγραφέας 14 βιβλίων και περίπου 120 επιστημονικών άρθρων.
Παράλληλα με το ακαδημαϊκό του έργο, έχει σχεδιάσει τεχνικά έργα και οι αρχιτεκτονικές και τεχνικές του σχεδιαστικές εργασίες έχουν παρουσιαστεί σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

STEVEN HOLL
γεννήθηκε το 1947 στο Μπρέμερτον της Ουάσινγκτον. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον και συνέχισε τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική στη Ρώμη το 1970. Το 1976 φοίτησε στην Architectural Association του Λονδίνου και το 1977 ίδρυσε το STEVEN HOLL ARCHITECTS. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της Αμερικής και αναγνωρίζεται για την ικανότητά του να συνδυάζει τον χώρο και το φως με μεγάλη ευαισθησία ως προς το εκάστοτε πλαίσιο, καθώς και να αξιοποιεί τις μοναδικές ποιότητες κάθε έργου για τη δημιουργία ενός σχεδιασμού βασισμένου σε μια κεντρική ιδέα. Εξειδικεύεται στην αρμονική ενσωμάτωση νέων έργων σε περιβάλλοντα ιδιαίτερης πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας.
Ο Steven Holl έχει υλοποιήσει έργα τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και διεθνώς, μεταξύ των οποίων το Παρεκκλήσι του Αγίου Ιγνατίου, Σιάτλ, Ουάσινγκτον (1997)· το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Kiasma, Ελσίνκι, Φινλανδία (1998)· το Simmons Hall στο Massachusetts Institute of Technology, Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη (2002)· το Nelson-Atkins Museum of Art, Κάνσας Σίτι, Μιζούρι (2007)· τον Horizontal Skyscraper, Σεντζέν, Κίνα (2009)· το Herning Museum of Contemporary Art, Χέρνινγκ, Δανία (2009)· το Linked Hybrid, Πεκίνο, Κίνα (2009)· το Cité de l’Océan et du Surf, Μπιαρίτζ, Γαλλία (2011)· το Reid Building στη Glasgow School of Art, Γλασκώβη, Σκωτία (2014)· το Visual Arts Building του University of Iowa, Άιοβα Σίτι, Άιοβα (2016)· το συγκρότημα Lewis Arts στο Πανεπιστήμιο Princeton, Πρίνστον, Νιου Τζέρσεϊ (2017)· το Maggie’s Centre Barts, Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο (2017)· το Institute for Contemporary Art στο Virginia Commonwealth University, Ρίτσμοντ, Βιρτζίνια (2018)· το Glassell School of Art για το Museum of Fine Arts, Χιούστον, Τέξας (2018)· το The REACH, Kennedy Center for the Performing Arts, Ουάσινγκτον D.C. (2019)· τη Hunters Point Library, Queens Public Library, Νέα Υόρκη (2019)· το Nancy and Rich Kinder Building, Museum of Fine Arts, Χιούστον, Τέξας (2020)· το Cofco Cultural and Health Center στη Σαγκάη, Κίνα (2021)· το Rubenstein Commons στο Institute for Advanced Study στο Πρίνστον, Νιου Τζέρσεϊ (2022) και το Meander Housing στο Ελσίνκι, Φινλανδία (2024).
Έλαβε το VELUX Daylight Award in Architecture το 2016, το Praemium Imperiale International Arts Award for Architecture το 2014, το AIA Gold Medal το 2012, το RIBA Jencks Award το 2010 και το πρώτο Arts Award των BBVA Foundation Frontiers of Knowledge Awards το 2009.
Είναι μόνιμος Καθηγητής στη Graduate School of Architecture, Planning and Preservation του Πανεπιστημίου Columbia. Έχει επίσης διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, στο Pratt Institute και στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια.

BERNARD TSCHUMI
είναι Ομότιμος Καθηγητής και Ομότιμος Κοσμήτορας στο Columbia GSAPP. Διετέλεσε Κοσμήτορας από το 1988 έως το 2003. Εκτός από το Columbia, έχει διδάξει αρχιτεκτονική σε διάφορα ιδρύματα, μεταξύ των οποίων η Architectural Association του Λονδίνου, το Πανεπιστήμιο Princeton και το The Cooper Union στη Νέα Υόρκη.
Αρχικά έγινε γνωστός ως θεωρητικός, ενώ ο Tschumi προσέλκυσε την προσοχή στην καινοτόμο αρχιτεκτονική του πρακτική το 1983, όταν κέρδισε τον σημαντικό διαγωνισμό για το Parc de La Villette, ένα πολιτιστικό πάρκο έκτασης 125 στρεμμάτων, βασισμένο εξίσου στις δραστηριότητες και στη φύση. Οι αλληλένδετες έννοιες του “συμβάντος” και της “κίνησης” στην αρχιτεκτονική υποστηρίζονται από την πεποίθηση του Tschumi ότι η αρχιτεκτονική αποτελεί τη σημαντικότερη καινοτομία της εποχής μας. Ο Tschumi συχνά αναφέρεται σε άλλες μορφές τέχνης και επιστημονικά πεδία στο έργο του, όπως η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος, αποδεικνύοντας ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να συμμετέχει στις πολιτιστικές αντιπαραθέσεις και να αμφισβητεί τα θεμέλιά τους.
Το γραφείο του Bernard Tschumi Architects είναι γνωστό για πρωτοποριακούς σχεδιασμούς που περιλαμβάνουν το νέο Μουσείο Ακρόπολης· το Le Fresnoy National Studio for the Contemporary Arts· τα κεντρικά γραφεία της Vacheron-Constantin· το Richard E. Lindner Athletics Center στο University of Cincinnati· δύο αίθουσες συναυλιών στη Ρουέν και τη Λιμόζ και σχολές αρχιτεκτονικής στο Marne-la-Vallée της Γαλλίας και στο Μαϊάμι της Φλόριντα, καθώς και το Alésia Archaeological Center and Museum, μεταξύ άλλων έργων. Σημαντικά έργα αστικού σχεδιασμού που έχουν πρόσφατα ολοκληρωθεί ή βρίσκονται σε φάση υλοποίησης υπό την ηγεσία του Tschumi περιλαμβάνουν πολεοδομικά σχέδια στο Πεκίνο, τη Σεντζέν, τη Νέα Υόρκη, το Μόντρεαλ, τη Σαρτρ, τη Λωζάνη και τον Άγιο Δομίνικο, καθώς και μια νέα πόλη για 40.000 κατοίκους.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΑΚΗΣ
σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και αποφοίτησε το 1958, έχοντας διδαχθεί από τους καθηγητές Παναγιώτη Μιχελή, Δημήτρη Πικιώνη και Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών του, είχε την τύχη να έχει ως δάσκαλο και αργότερα ως φίλο τον αρχιτέκτονα A. James Spayer, μαθητή και συνεργάτη του Mies van der Rohe.
Το 1986 η Suzana και ο Δημήτρης Αντωνακάκης ίδρυσαν το A66 – Atelier 66, όπου συνεχίζουν να ασχολούνται με το αρχιτεκτονικό τους έργο. Έχουν αποκτήσει διεθνή αναγνώριση μέσω του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και της υλοποίησης σημαντικών δημόσιων κτιρίων και ιδιωτικών έργων κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας τους, η οποία έχει οδηγήσει σε δημοσιεύσεις (μονογραφίες, περιοδικά, βιβλία) και εκθέσεις που παρουσιάζουν το έργο τους στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Δημήτρης Αντωνακάκης, σε συνεργασία με τη Suzana Αντωνακάκη, σχεδίασε μια ποικιλία αρχιτεκτονικών έργων, πάντοτε στο πλαίσιο του A66, δίδαξε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ) ως επιμελητής (1959-1991) και ως επισκέπτης καθηγητής στο Massachusetts Institute of Technology (MIT) στη Βοστώνη (1994-1997 και 1999), στο ΕΜΠ στην Αθήνα (1998-1999) και στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών (1999-2000). Για 14 χρόνια (1997-2011) ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Κέντρου Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου στα Χανιά.

ΝΙΚΟΣ ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ
γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, από όπου αποφοίτησε το 1953. Έκτοτε διατηρεί το δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο, προκειμένου να έχει πλήρη έλεγχο κάθε σχεδιασμού. Το εύρος του έργου του, το οποίο αριθμεί περισσότερες από τριακόσιες υλοποιημένες συνθέσεις, περιλαμβάνει δημόσια κτίρια, κατοικίες, τουριστικά συγκροτήματα και ξενοδοχεία. Πολλά από τα έργα του, μεταξύ των οποίων η πολυκατοικία στην οδό Σεμιτέλου, οι κατοικίες στην Ανάβυσσο, το ξενοδοχείο "Amalia" και άλλα, αποτέλεσαν ορόσημα στην ανανέωση και ανάπτυξη της Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής. Η κατοικία του στη Φιλοθέη αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής του εικοστού αιώνα.
Είναι ο πρώτος Έλληνας αρχιτέκτονας που προτάθηκε για το Mies Van der Rohe Award for European Architecture το 1992, με το Daidalos, μια τουριστική ανάπτυξη για το Robinson Club στο νησί της Κω. Μεταξύ των σημαντικότερων έργων του περιλαμβάνονται οι δύο βίλες στην Ανάβυσσο (1961), τα κεντρικά γραφεία της Alpha Bank στην οδό Σταδίου (1978-90), το ‘Latsis’ Athens College στην Κάντζα (1986-95), το E.D.P. Centre για την Εμπορική Τράπεζα στον Χολαργό (1990-97), το τουριστικό συγκρότημα ‘Daidalos’ στο νησί της Κω (1999), τα ξενοδοχεία ‘Amalia’ σε όλη την Ελλάδα, οι κατοικίες στη Βουλιαγμένη (1994) και στην Κοιλάδα (2001) και το κτίριο των κεντρικών γραφείων των Ασφαλιστικών Εταιρειών Α.Τ.Ε., στη Λεωφόρο Συγγρού 173, Νέα Σμύρνη (1997-2009).

ELIA ZENGHELIS
(γενν. Αθήνα, 1937 - απεβ. 2026) ήταν αρχιτέκτονας και δάσκαλος αρχιτεκτονικής, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ Ελλάδας, Ελβετίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Η.Π.Α. Σπούδασε και δίδαξε από το 1956 έως το 1986 στην Architectural Association School of Architecture στο Λονδίνο.
Είναι ένας από τους αρχικούς ιδρυτές της OMA (Office for Metropolitan Architecture), σε συνεργασία με τον Rem Koolhaas έως το 1987, όταν ίδρυσε το Gigantes Zenghelis Architects στην Αθήνα, Ελλάδα, μαζί με την Eleni Gigantes.
Διετέλεσε μόνιμος Καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ 1989-2002 (Dusseldorf Kunstakademie) και στην Accademia di Archittetura στο Mendrisio, 2002-2008. Δίδαξε στο Berlage Institute Rotterdam επί 20 χρόνια· υπήρξε Επισκέπτης Καθηγητής στο Columbia University της Νέας Υόρκης, στο Princeton University, στο UCLA και σε άλλες σχολές αρχιτεκτονικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό, τη Νότια Αμερική, την Ευρώπη, την Κίνα και την Ιαπωνία. Σήμερα διευθύνει ένα στούντιο αρχιτεκτονικής και αστικού σχεδιασμού στη Μεταπτυχιακή Σχολή Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Πατρών.
Είναι τακτικός επισκέπτης κριτής στο ETH Zurich και Ομότιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Ελλάδα, από το οποίο πρόσφατα του απονεμήθηκε επίτιμος διδακτορικός τίτλος. Έχει διατελέσει επτά φορές μέλος της κριτικής επιτροπής του Βραβείου Mies van der Rohe για την Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική, στη Βαρκελώνη. Του απονεμήθηκε το RIBA Annie Spink Award για εξαιρετική συμβολή στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση το 2001 και το UIA Prize για εξαιρετική συμβολή στην εκπαίδευση το 2004. Ως αρχιτέκτονας κέρδισε το βραβείο Mies van der Rohe για το Checkpoint Charlie (Βερολίνο, 1989) και το βραβείο Eternit για το ίδιο κτίριο. Έχει υπηρετήσει το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού και Περιβάλλοντος σε πολλές θέσεις, μεταξύ των οποίων ως Επίτροπος για το Ελληνικό Περίπτερο Αρχιτεκτονικής στη Διεθνή Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας το 2000.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΦΑΤΟΥΡΟΣ
(γενν. Αθήνα, 1928 - απεβ. 2020) ήταν Έλληνας αρχιτέκτονας, ζωγράφος, ακαδημαϊκός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928 και σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, από όπου αποφοίτησε το 1952. Εκεί υπήρξε μαθητής σημαντικών προσωπικοτήτων όπως ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και ο Παναγιώτης Α. Μιχελής. Το εκπαιδευτικό του έργο ως επιμελητής άνθισε στη Θεσσαλονίκη, όπου υπήρξε καθηγητής Αρχιτεκτονικής (1959-1996) και Πρύτανης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1983-1988). Έχει επίσης διατελέσει Visiting Fellow στο Yale University και έχει διδάξει σε πολλά άλλα πανεπιστήμια στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το σημαντικό αρχιτεκτονικό του έργο ξεκίνησε με τον σχεδιασμό ορισμένων από τα σημαντικότερα κτίρια που αντικατοπτρίζουν τη μία ή τις πολλές όψεις που αναζητούσε η σύγχρονη Ελλάδα, όπως η Εθνική Πινακοθήκη. Παράλληλα ανέπτυξε συγγραφικό έργο και, έως το 1966, καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ζωγράφος.